Αναζήτηση

Η μουσική στο χτες (μας), στο σήμερα και στο αύριο


Έχοντας καβατζάρει ήδη τα 40 εδώ και κανά δεκάμηνο, ολοένα και πληθαίνουν οι συζητήσεις με ετέρους μουσικόφιλους σε σχέση με το μέγα ερώτημα: «Βγαίνει πλέον καλή μουσική; Ή σταμάτησε στο 1975, στο 1985, στο 1995 ή στο 2005 φέρ’ ειπείν;». Την οποία συζήτηση ομολογώ ότι την ακούω τριγύρω από όταν ως έφηβος ακόμα ξημεροβραδιαζόμουν τα Παρασκευο-Σάββατα σε bars και clubs των Εξαρχείων (τώρα που ανέφερα τα Εξάρχεια σαν να ακούω μια φωνή από το υπερπέραν να διερωτάται με το απεχθές ύφος του “νοικοκυραίου κυρ Παντελή” της διπλανής πόρτας: «Μα καλά; Τι δουλειά είχες παλικάρι μου 16 χρονών στα Εξάρχεια; Γονείς δεν είχες να σε μαζέψουν;» - κι εδώ παρεμβάλλεται emoticon που ξερνάει· κλείνει η παρένθεση) αλλά και της ευρύτερης περιοχής του κέντρου της Αθήνας. Και το θέμα είναι πως το ίδιο αέναο ερώτημα πλανάται τριγύρω μου εκφρασμένο με πάθος και ένταση από τους εκάστοτε «σαραντάρηδες» από τα μέσα της δεκαετίας του 90 μέχρι και σήμερα που διάγουμε το δυστοπικό ελέω πανδημίας 2021.

Ας κάνουμε, λοιπόν, μια υπόθεση εργασίας μέσα από μια προβολή κάποιων, τρόπον τινά, δεδομένων:

Γυρνάς με κάποιον τρόπο πίσω στο 1995, πίνεις έναν καφέ σε μια κάποια πλατεία, δίπλα σου κάθονται τρεις σαραντάρηδες μουσικόφιλοι με ένα κάποιο κόλλημα γύρω από την ευρύτερη έννοια της (ποπ) ροκ μουσικής. Το πιθανότερο θα είναι να ακούσεις να συζητάνε ότι μετά τους Velvet Underground, τον Frank Zappa, τους Stooges, τους Roxy Music και τον Nick Drake δεν βγήκε τίποτα άξιο αναφοράς, διανθισμένα με κλισέ του τύπου «πλέον κυκλοφορούν και ακούγονται μόνο σκουπίδια» και πάει λέγοντας.


Μεταφέρεσαι στο 2005, αντίστοιχο σκηνικό τριγύρω σου με παρέα σαραντάρηδων της συγκεκριμένης εποχής. Και ακούς «Ε ρε φίλε, μπάντες σαν τους Cure (των τεσσάρων πρώτων δίσκων μόνο, έτσι; γιατί υπήρχαν και τέτοια κολλήματα), τους Smiths, τους Depeche Mode και τους Cocteau Twins δεν ξαναβγαίνουν ρε. Σήμερα που μιλάμε βγαίνουν τα ίδια και τα ίδια, και αναμασήματα των παλιότερων εποχών».

Και μεταπηδάς στο 2015, πάλι σε μια σκηνή ανάλογης φύσεως και αυτό που ακούς είναι «Σαν τα 90s δεν υπάρχει τίποτα ρε. Ωραία χρόνια, ωραίες μουσικές. Pulp, Blur,

Ride, Slowdive, My Bloody Valentine, αυτά ήταν συγκροτήματα ρε να πούμε. Τώρα τι να ακούσεις;».

Δεν τα αναφέρω έτσι αυθαίρετα και στην τύχη τα παραπάνω υποθετικά σενάρια. Τα έχω δει, τα έχω ακούσει με τα ίδια μου τα αυτιά, τα έχω ζήσει.

Κλείνει η προβολή των δεδομένων, λοιπόν, και τίθεται το εξής ρητορικό ερώτημα. Ποιοι έχουν δίκιο τελικά; Οι σαραντάρηδες του 1995; Οι σαραντάρηδες του 2005; Ή οι σαραντάρηδες του 2015; Γιατί το να έχουν δίκιο και οι τρεις δεν είναι εφικτό. Η πραγματικότητα της μιας περίπτωσης αυτόματα ακυρώνει την «αλήθεια» των έτερων σεναρίων άλλωστε. Οπότε μήπως τελικά πάντα βγαίνει καλή καινούρια μουσική; Και μήπως, λέω μήπως, βγαίνει και σήμερα που μιλάμε καλή νέα μουσική; Κι εφόσον εξακολουθεί να βγαίνει καλή καινούρια μουσική, τι είναι αυτό που μας εμποδίζει να την αναγνωρίσουμε όσο μεγαλώνουμε;


Εδώ ας γίνει μια παρένθεση/παρεμβολή με, θαρρώ, κάποια αξία. Προφανέστατα και υπάρχουν και σαραντάρηδες και πενηντάρηδες και εξηντάρηδες που όχι μόνο ακούν φρέσκια μουσική, αλλά και την απολαμβάνουν ειλικρινά με όλο τους το είναι, χωρίς μάλιστα αυτή η «νέο-κυκλοφορημένη» μουσική να αφορά ένα κάποιο είδος αναβίωσης των παλαιών και δοκιμασμένων τους γούστων. Αλλά έχω την αίσθηση ότι αυτή η κατηγορία αφορά ένα κάποιο είδος “music junkies” οι οποίοι κάνουν χρήση της μουσικής και για επαγγελματική χρήση, έστω και σε επίπεδο εβδομαδιαίας ημι-απασχόλησης, και όχι τον «μέσο ακροατή» που χρησιμοποιεί την μουσική ως ένα είδος υπόκρουσης και σπάνια ως μια ενασχόληση στο προσκήνιο. Ας μου συγχωρεθεί, ωστόσο, η χρήση του όρου «μέσος ακροατής», αντιλαμβάνομαι ότι περιλαμβάνει μια έννοια ελιτισμού τον οποίο απεχθάνομαι και τον οποίο μάλιστα (αυτόν τον εκάστοτε ελιτισμό), τον θεωρώ ως τεράστια μάστιγα στον τρόπο που διακατέχει την indie, αλλά και όχι μόνο, μουσική κοινότητα, αν τέλος πάντων υφίσταται τελικά μια κάποια σοβαρή -από άποψης όγκου τουλάχιστον- εναλλακτική κοινότητα στην ημεδαπή.

Επανέρχομαι, λοιπόν, στο ερώτημα: Εφόσον εξακολουθεί να βγαίνει καλή καινούρια μουσική, τι είναι αυτό που μας εμποδίζει να την αναγνωρίσουμε όσο μεγαλώνουμε; Ομολογώ πως όσο κοιτάζω την ερώτηση στην οθόνη του υπολογιστή με τρώνε τα σωθικά μου να ξεκινήσω την φτηνή ψυχανάλυση σε μια προσπάθεια να δώσω μια κάποια κουλτουριάρικα φαντεζί απάντηση/εξήγηση. Ε ας το κάνω, δεν βαριέσαι. Μισή ντροπή

δική μου και άλλη μισή του Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ, του οποίου τα κόκαλα θα τρίξουν.

Μπαίνει μια νέα παρένθεση, το λοιπόν, σε αυτό το σημείο. Κατά το el.wiktionary.org η λέξη «νοσταλγία» προκύπτει από τις λέξεις νόστος (=επιστροφή) + ἄλγος (=πόνος) και κατά την εμπλουτισμένη ερμηνεία σημαίνει «τον ψυχικό πόνο και τα γλυκόπικρα συναισθήματα που προκαλούνται από την ανικανοποίητη εισέτι λαχτάρα του γυρισμού στην πατρίδα, σε κάποιον αγαπημένο τόπο ή σε ευχάριστες καταστάσεις που ζήσαμε στην παιδική ηλικία», ενώ με λίγες και απλές λέξεις «νοσταλγία» είναι «το να θυμάμαι κάτι από το παρελθόν που μου άρεσε». Κλείνει και αυτή η παρένθεση.


Πραγματοποιώντας μια υποτυπώδη έρευνα στο διαδίκτυο έπεσα πάνω σε ένα πολύ ωραίο άρθρο του psychografimata.com, το οποίο είναι σε επιμέλεια και μετάφραση της Ελεάνας Πανδιά (Επικοινωνιολόγος, MA , υπ. διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου), με πηγή το livescience.com. Μπορεί κάποιος να το διαβάσει ολόκληρο πληκτρολογώντας https://www.psychografimata.com/giati-niothoume-nostalgia-stis-giortes/. Για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου θα χρησιμοποιήσω κάποιες συγκεκριμένες θέσεις και, παρόλο που, το άρθρο αναφέρεται στην σχέση των εορτών με την νοσταλγία, θα επιχειρήσω να κάνω μια κάποια σύνδεση με την μουσική.

Σύμφωνα με την Krystine Batcho, λοιπόν, (καθηγήτρια ψυχολογίας του πανεπιστημίου Le Moyne στη Νέα Υόρκη), και αντιγράφοντας ακριβώς το σημείο του άρθρου:

«Στις μέρες μας οι επιστήμονες διακρίνουν δυο είδη νοσταλγίας, την ιστορική και την προσωπική που αντιμετωπίζονται εξίσου ως ψυχικές οντότητες και συναισθηματικές καταστάσεις.


Η ιστορική νοσταλγία αφορά στο συναίσθημα της αναπόλησης και εξιδανίκευσης παρελθοντικών εποχών τις οποίες ο νοσταλγός μπορεί να μην έχει ζήσει καν. Αν ισχυριζόμουν ότι νιώθω νοσταλγία για τη Βικτωριανή περίοδο αυτό είναι ένα παράδειγμα ιστορικής νοσταλγίας.

Οι επιστήμονες έχουν μελετήσει περισσότερο την προσωπική νοσταλγία που όπως είναι φανερό από την ονομασία της αφορά στο συναίσθημα της απώλειας που νιώθει κάποιος όταν αναπολεί το δικό του παρελθόν εκείνο που έζησε και αποτελεί μέρος της προσωπικής του ιστορίας. Μπορεί να αισθάνεται κάποιος νοσταλγία για την παιδική του ηλικία ή τα εφηβικά του χρόνια.»

Επιπλέον η Krystine Batcho σημειώνει ότι:

«Φαίνεται πως η νοσταλγία βοηθάει τους ανθρώπους να έχουν μια σταθερή εικόνα του εαυτού. Μπορούμε να αναφερθούμε στη νοσταλγία και ως αίσθημα κατανόησης του εαυτού και της ταυτότητας. Και αυτό δεν είναι ασήμαντο. Από τη στιγμή που γεννιόμαστε συμβαίνουν τόσες πολλές αλλαγές, αμέτρητες αλλαγές.

Κάποιες φορές αν συμβεί κάτι τραυματικό, μια κρίση, οτιδήποτε, ένας πόλεμος, μια απώλεια στην οικογένεια, μια μετανάστευση, όποτε συμβαίνει κάποια μεγάλη αλλαγή είναι πολύ βοηθητικό μα έχουμε μια σταθερή αίσθηση του ποιοι είμαστε αληθινά.»

Για να κλείσω την παρένθεση, η καθηγήτρια σημειώνει πως:

«Η ομόφωνη άποψη των επιστημόνων είναι πως η εποχή κατά την οποία κορυφώνεται το αίσθημα της νοσταλγίας είναι τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής. Τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής είναι ένα πολύ σημαντικό αναπτυξιακό στάδιο όπου τα άτομα προσπαθούν να επιλέξουν το δρόμο που θα χαράξουν στη ζωή τους, κάποιοι φεύγουν από το πατρικό τους για να σπουδάσουν, κάποιοι ξεκινούν να εργάζονται, κάποιοι παντρεύονται κι έτσι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο οι περισσότεροι βιώνουν μεγάλες αλλαγές. Η νοσταλγία είναι ένας τρόπος να διαχειρίζονται τις αλλαγές και τις μεταβάσεις.»

ΜΠΟΥΜ (δικό μου είναι αυτό, όχι της Krystine Batcho)! Νομίζω φαίνονται πλέον μπροστά τα σημεία στα οποία θα επιχειρήσω να καταλήξω. Μέσα από ελαφρώς ομιχλώδες, έστω, τοπίο αλλά είναι εμφανή.

Η «ιστορική νοσταλγία», ως το συναίσθημα της αναπόλησης και εξιδανίκευσης παρελθοντικών εποχών τις οποίες ο νοσταλγός μπορεί να μην έχει ζήσει καν, ενδέχεται να εξηγεί τον λόγο που υφίστανται μουσικόφιλοι που θεωρούν πως η μουσική τελείωσε το 1968 παρόλο που εκείνοι έχουν γεννηθεί το 1984. Ενώ από την άλλη η προσωπική νοσταλγία, ως το συναίσθημα της απώλειας που νιώθει κάποιος όταν αναπολεί το δικό του παρελθόν ως μέρος της προσωπικής του ιστορίας, ως νοσταλγία για την παιδική του ηλικία ή τα εφηβικά του χρόνια, μπορεί με μια κάποια σαφήνεια να εξηγήσει το πάθος του εκάστοτε μουσικόφιλου όταν υπερασπίζεται την μουσική που συνέδεσε με τα προεφηβικά του χρόνια, την εφηβεία αλλά και την πρώιμη (και μεταβατική) περίοδο της ενήλικης ζωής του. Εξ ου και ο σαραντάρης του 1995 αναπολεί την μουσική της, πάνω-κάτω, περιόδου 1970-1975, ο σαραντάρης του 2005 την μουσική που κυκλοφόρησε γύρω στα 1980-1985 και ο σαραντάρης του 2015 την μουσική παραγωγή της περιόδου 1990-1995, στο περίπου έστω.


Aν λοιπόν πούμε ότι η μουσική είναι ένας από τους μεγαλύτερους (αν όχι ο μεγαλύτερος) φορέας νοσταλγίας ή παραγωγός νοσταλγίας (πολύ όμορφο το “the Nostalgia Factory” των Porcupine Tree παρεμπιπτόντως) ή νοσταλγός της νοσταλγίας (πολύ αστεία δήθεν ποιητικό αυτό τώρα που το ξαναδιαβάζω) όλο αυτό ως μια, απλουστευμένη, έστω, εξήγηση/ανάλυση μπορεί κάλλιστα να ενισχυθεί από την τοποθέτηση της Krystine Batcho στην οποία αναφέρει ότι «η ομόφωνη άποψη των επιστημόνων είναι πως η εποχή κατά την οποία κορυφώνεται το αίσθημα της νοσταλγίας είναι τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής».

Ξανά μανά ΜΠΟΥΜ λοιπόν!

Ωραία λοιπόν, ας πούμε ότι κάπως εξηγείται ως εδώ το όλο πράγμα με μια κάποια προσέγγιση ψυχαναλυτικής φύσεως. Εύλογα κάποιος θα ρωτήσει «και γιατί όλα αυτά να εμποδίζουν κάποιον από το να αναγνωρίζει υψηλή αξία και σε νέα μουσική παραγωγή πέρα από αυτή που έχει ήδη αγαπήσει και λατρέψει κατά την πρώτη του νιότη;». Σε αυτό το σημείο η δική μου εκτίμηση έγκειται απλά στην ανάγκη μας να νιώσουμε καλύτεροι και ανώτεροι απέναντι στα νέα μοντέλα, στην νεότερη και ακμαιότερη ζωή που παίρνει, ή έχει πάρει ήδη, την θέση μας στο προσκήνιο. Δεν είναι εύκολο να αποδεχτούμε ότι σιγά σιγά γινόμαστε κομμάτι του παρελθόντος. Για αυτό, ενδέχεται να, προσπαθούμε να διατηρήσουμε το παρελθόν ως το «μεγαλύτερο μισό της ζωής μας» (κατά την ρήση του Άγγλου ποιητή Robert Southey “όσο και να ζήσεις, τα πρώτα είκοσι χρόνια είναι το μεγαλύτερο μισό της ζωής σου”) έναντι του παρόντος αλλά και του μέλλοντος μέσα από την ψευδαίσθηση ότι όλα όσα σχετίζονται με την εποχή της πρώτης μας νιότης, η μουσική εν προκειμένω, κατέχουν υψηλότερο επίπεδο σύλληψης, απόδοσης και επίδρασης από οτιδήποτε άλλο.


Για να κλείσω λοιπόν, κι αφού πιάσαμε τις ρήσεις, ο Mateo Aleman, Ισπανός συγγραφέας, έχει πει πως «η νεότητα δεν είναι μια χρονική περίοδος, είναι μια πνευματική κατάσταση». Στα πλαίσια αυτά μήπως, λέω μήπως, μπορέσουμε ως ένα σημείο να διατηρήσουμε/επεκτείνουμε την νιότη μας απλά και μόνο δίνοντας έναν κάποιο χώρο να ανακαλύψουμε και να αναγνωρίσουμε την μουσική παραγωγή υψηλής καλαισθησίας στο σήμερα και στο αύριο; Λέω εγώ τώρα. Μου αρέσουν άλλωστε τα ρητορικά ερωτήματα.

Βαγγέλης Κυριακάκης

©2018 by tumbleweed