Αναζήτηση

ΚΡΑΑΚ, μπαμ, Νταμπς και άλλα: μια Ωδή στον τσαμπουκά

Ενημερώθηκε: 29 Σεπτ 2019


Ήθελα από καιρό να μοιραστώ κάποιες σκέψεις για τον φρέσκο, ομώνυμο δίσκο των ΚΡΑΑΚ. Δυστυχώς, έχω τον ψυχαναγκασμό να ζητάω μια αφορμή από την καθημερινότητα, ένα περίεργο ερέθισμα το οποίο, ενώ φαινομενικά θα είναι άσχετο, θα καταφέρει να ενεργοποιήσει τις κατάλληλες συνάψεις του εγκεφάλου μου ώστε να νοηματοδοτήσει το όλο εγχείρημα. Δύσκολα τα πράματα, αλλά η μούσα μου δε με άφησε έτσι.

Έστειλε την έμπνευση με τη μορφή ενός «ειδήμονα», μπαρουτοκαπνισμένου και αρκούντως τσαμπουκαλή 23χρονου, τον οποίο αφού τον πήγε στο live των Soft Moon του είπε να συντάξει και μία ακόμα πιο τσαμπουκαλεμένη κριτική για το δεύτερο support act, το project Jay Glass Dubs. Και όλα αυτά για να τη διαβάσω εγώ, να πάθω τα νεύρα μου και να καταλήξετε σήμερα εσείς, οι 6 συστηματικοί αναγνώστες του Tumbleweed να γίνετε αποδέκτες αυτής της νεύρωσης.

Jay Glass Dubs

Η ερώτηση εδώ δεν είναι πόσος τσαμπουκάς χρειάζεται στην εποχή της υπερπληροφόρησης και της άμεσης γνώσης για να γράψεις μία κριτική που θα πεις ξεκάθαρα τη γνώμη σου,αλλά τι είδους τσαμπουκάς. Υπήρξαν εποχές που οι μουσικοκριτικοί ήταν ένα αναγκαίο είδος. ‘Ένας ειδικός (που θα είχε πρόσβαση σε ακούσματα που εσύ δεν είχες) θα σου εξηγούσε γιατί μπορεί να σου αρέσει κάτι ή όχι, αν έχει ξαναγίνει κάπου αλλού, αν ήταν τεχνικά άρτιο, πληροφορίες για την μπάντα, τις απόψεις των μελών , τη δισκογραφική τους, την καταγωγή τους και άλλα τέτοια που με το internet τα βρίσκεις, εσύ πλέον, εν ριπή οφθαλμού. Συνεπώς το «λειτούργημα» του μουσικοκριτικού, αν έχει ακόμα λόγο ύπαρξης, πρέπει να επαναπροσδιοριστεί και ευθαρσώς να προετοιμάζει τον αναγνώστη να σχηματίσει τη δικιά του προσωπική άποψη. Όταν λοιπόν διαβάζεις ατάκες του στυλ: «ούτε τον ήξερα, ούτε θέλω να τον μάθω», «ας σταματήσει να θεωρεί αυτό που κάνει τέχνη» ή το καλύτερο «έπαιζε με ύφος και εγώ δεν ξέρω ποιου» (είπε ο 23χρονος με ύφος 70άρη «ταχουμεδειαυταταξερουμε»), τότε καταλαβαίνεις ότι ο τσαμπουκάς αυτός είναι ο λάθος τσαμπουκάς. Το «δεν ξέρω ποιος είναι αυτός, αλλά παίζει χάλια» είναι για να έχεις χόμπι το γήπεδο, όχι την αρθρογραφία. Το θέμα εδώ δεν είναι αν η μουσική του Jay Glass Dubs είναι καλή ή κακή. Ας βάλει ο καθένας ένα κομμάτι στο youtube και ας σχηματίσει την άποψή του, δεν χρειάζεται ούτε καν να «αγοράσει» το άλμπουμ. Το θέμα είναι ότι για να γράψεις μια κριτική οφείλεις να κάνεις πιο πριν κάποια έρευνα και, αφού συγκεντρώσεις τις όποιες πληροφορίες σχετικά, να πεις π.χ. ότι «ο καλλιτέχνης είναι από τους Έλληνες που έχει ξεφύγει από τα στενά όρια της χώρας του, έμενα μπορεί να μην μου αρέσει αλλά στην τελική δεν έχω και ιδέα από το είδος, μου φάνηκε κάτι σαν κακή τέκνο απ' όσο έχω ακούσει από μια φίλη, που μου έγραφε κασέτες στο γυμνάσιο (ή μάλλον usb sticks, είπαμε 23 χρονών)». Αυτή είναι η μαγκιά που απαιτεί μια παρουσίαση σήμερα ώστε να έχει νόημα και αυτού του είδους τον τσαμπουκά χρειάζεσαι για να παίξεις, εν έτει 2019, κιθαριστική μουσική με ελληνικό στίχο, για να έρθουμε και στο θέμα μας. Να επαναπροσδιορίσεις αυτό που θες να κάνεις στο τώρα και όχι να το σερβίρεις όπως ήταν και σου ήρθε εύκολο.

Όταν συγκροτήματα όπως οι Τρύπες , τα Ξύλινα Σπαθιά και τα Διάφανα Κρίνα έχουν, όχι μόνο εξαντλήσει το είδος, αλλά του έχουν προσδώσει και μία μανιέρα που όσο και να θες δύσκολα θα την αποφύγεις και ακόμα πιο δύσκολα μάλιστα θα την ξεπεράσεις, καταλαβαίνεις γιατί υπάρχει τέτοια πενία στο ελληνόφωνο ροκ σήμερα. Οπότε αν είναι να το κάνεις θα το κάνεις με τους δικούς σου όρους, στο σημερινό πλαίσιο, με τις δικές σου αναφορές , σαν μια δικιά σου Ωδή στον τσαμπουκά. Κόντρα σε όλους όσους υποστηρίζουν (και ίσως δικαίως) ότι τα Ελληνικά σαν phonetics δεν είναι η ιδανική γλώσσα για να εκφράσει την αλητεία του ροκ εν ρολ, πόσο μάλλον του γκαράζ. Γιατί το αυθεντικό γκαράζ είναι ο κεντρικός άξονας του δίσκου, με τις διάφορες επιρροές να ξεπηδούν από την ΚΡΑΑΚ αμαξοστοιχία για να κάνουν τη διαφορά. Είτε αυτές εκφράζονται με παραμορφωμένες τρομπέτες, είτε με ρυθμικά μέρη που παραπέμπουν αλλού ή με την περιβάλλουσα ατμόσφαιρα, κάνουν πολύ καλή δουλειά στο να ξεφύγεις απ’ ότι νόμιζες πως θα ακούσεις.

Γιατί όμως στα ελληνικά; Η μουσική θα μπορούσε να σταθεί και με αγγλικό στίχο, αλλά το κόλπο είναι ότι στην περίπτωση των ΚΡΑΑΚ η μουσική εξυπηρετεί τον στίχο και συμπορεύεται μ΄αυτόν. Όταν έχεις κάτι να πεις θα το κάνεις με τον πιο εύληπτο τρόπο προς αυτούς που απευθύνεσαι και οι σεληνάνθρωποι θέλουν να ακουστούν και να πούνε γιατί δε σβήνει η σελήνη, που ταξιδεύει η φυλή μας και ιστορίες από τόπους φοβισμένους και βουβούς. Και η γλώσσα που αγγίζει άμεσα το κοινό τους είναι η ίδια γλώσσα που τους «κέρασε» τα βιώματα, τις αναφορές και το γινάτι τους.

Μια εντελώς υποκειμενική κατακλείδα για το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα του δίσκου των ΚΡΑΑΚ δεν έχει σημασία, αλλά αν ασχολείσαι με τη κιθαριστική σκηνή θα πρέπει να ακούσεις αυτά τα τραγούδια γιατί γράφτηκαν με το σωστό είδος τσαμπουκά για να ξορκίσουν την κατάρα μιας γλώσσας που φοβάται και τραυλίζει μιας γλώσσας μυστικής και δικασμένης.



Υ.Γ. Η μπάντα δεν έχει ανεβάσει (ακόμα;) τα αγαπημένα μου κομμάτια στο δίκτυο αλλά στην τελική ας αγοράσεις και έναν δίσκο διάολε!



#ΚΡΑΑΚ

©2018 by tumbleweed