Μία πρωτοχρονιάτικη ιστορία


Ο πρώτος ήλιος του Γενάρη είχε από ώρα ξεπροβάλει πίσω από τα χαμηλά βουνά που κυκλώνουν τον κάμπο. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε γύρω του με απορία. Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν από τη νύχτα ήταν να ανάβει τα αλάρμ και να σταματά στην άκρη του δρόμου για να αδειάσει την κύστη του. Βγήκε από το αμάξι και τέντωσε το κορμί του βλαστημώντας. «Είσαι πολύ μεγάλος για όλα αυτά» ψιθύρισε. Το κρύο τον έστειλε γρήγορα πίσω στη θέση του οδηγού και στις σκέψεις του. Πέρασε το προηγούμενο βράδυ με φίλους που είχε καιρό να συναντήσει ωστόσο δεν ένιωθε χαρά γι' αυτό, ούτε καν νοσταλγία. Ανακάλεσε σκόρπιες κουβέντες για τον εμφύλιο, για την μπάλα, για τις ωραίες κοπέλες του σχολείου, για αυτούς που φτιάξανε τη ζωή τους, για... Τίποτα από όλα αυτά δεν τον ένοιαζε στην πραγματικότητα. Ξέπλυνε το στόμα του με τη λάγκερ που είχε ανοίξει λίγο πριν αποκοιμηθεί και έβαλε μπροστά τη μηχανή του αυτοκινήτου με την ελπίδα ότι η μπαταρία δεν θα είχε ξελιγωθεί. Τουλάχιστον η μπύρα του είχε τη σωστή θερμοκρασία. Από το ηχοσύστημα ξεπήδησαν τα πρώτα ακόρντα, στην κιθάρα και στο hammond, που υπαγορεύουν το Sour and Vicious Man των Compulsive Gamblers. Χωρίς αμφιβολία ο Greg Cartwright ήταν ο αγαπημένος του τραγουδοποιός και αυτό δεν είχε να κάνει ούτε με τη μουσική ούτε με τους στίχους. Ο Greg ξέρει, σκέφτηκε. Ξέρει πόσο άδικο είναι να αγαπάς κάποιον που δεν σε αγαπάει και να σε αγαπάει κάποιος που εσύ δεν αγαπάς. Συνήθως όποτε άκουγε το τραγούδι υπενθύμιζε στον εαυτό του την ανάγκη να εξοικονομήσει τα εκατό κάτι ευρώ που χρειάζονται για να αποκτήσει κανείς το επτάιντσο ντεμπούτο της μπάντας που αργότερα θα γινόταν οι Oblivians. Αυτή τη φορά ωστόσο δεν είχε χρόνο για χάσιμο, πλησίαζε το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς και έπρεπε να επιστρέψει. Έστριψε το τιμόνι και έβαλε νευρικά ταχύτητα. Ένα σαρκαστικό μειδίαμα χάραξε το πρόσωπό του καθώς οι ρόδες σπίνιαραν στο χαλίκι του αναχώματος. Το πατρικό του ήταν ήδη γεμάτο από αγαπημένες μυρωδιές και αγαπημένους ανθρώπους. Καθώς έστριψε το κλειδί στην πόρτα η μάνα του ξεπρόβαλε από την κουζίνα. Του χαμογέλασε αλλά στο βλέμμα της διέκρινε την αγωνία. «Το τράβηξα λίγο παραπάνω μέρα που είναι» ξεστόμισε την έτοιμη δικαιολογία· «ήμουν με τα παιδιά μωρέ» πρόσθεσε αμήχανα και τράβηξε για το δωμάτιό του. Κοντοστάθηκε, αφυδατωμένος και γεμάτος ένταση, στο κέντρο του ημιφωτισμένου χώρου οπού μεγάλωσε. Είχε ανάγκη από γκάζια. Θυμήθηκε μια άλλη μπάντα από το Μέμφις η οποία είχε διασκευάσει ορμητικά το τραγούδι που έπαιζε ασταμάτητα στο κεφάλι του. Με σταθερά, τυφλά βήματα βάδισε προς τη δισκοθήκη του και ξέθαψε το Not Fucked Enough των Reatards. Κάρφωσε τη βελόνα του πικ-απ στο προτελευταίο κομμάτι της δεύτερης πλευράς του δίσκου. Το ιλιγγιώδες, βουτηγμένο στην παραμόρφωση ριφ του Jay Reatard αγκάλιασε τη ραχοκοκαλιά του και στα χείλη του σχηματίστηκε το ίδιο αινιγματικό χαμόγελο. «Ο Jay ήξερε» μονολόγησε και άρχισε να ετοιμάζεται για το γιορτινό τραπέζι.