Αναζήτηση

Μιλώντας για μουσική

του Νικόλα Σεβαστάκη



Όλοι σχεδόν ακούγαμε μουσική. Δημόσια. Σε ένα νησί, σε μια επαρχία του τέλους της δεκαετίας του ΄70, το αυτί του δεκαπεντάχρονου θα έπιανε τα σόλα των Deep Purple ή τη φωνή του Μόρισον να τραγουδάει για τους καβαλάρηδες στην καταιγίδα. Στο σπίτι υπήρχαν δισκάκια των Beatles, υπήρχε Ροντ Στιούαρτ, κάποια σαρανταπεντάρια της Motown και άλλα. Κυρίως όμως Θεοδωράκης –στο κάτω-κάτω αριστερό σπίτι ήμασταν. Υπήρχαν και όπερες και ιταλικά τραγούδια που άρεσαν στη μάνα μας. Και Φουέντε Οβεχούνα και Τροπάρια για Φονιάδες, εννοείται.

Συνέβη όμως να αρπαχτώ από τη μουσική με τρόπο πιο έντονο και διαρκείας. Αυτό σημαίνει πως άρχισα να ψάχνω πέρα από αυτά που ακούγαμε και χορεύαμε στην ντισκοτέκ, τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, ήταν πολύ καλά, από φανκ αλά James Brown μέχρι Clash και Stranglers.

Αυτή η ιδιωτική οδός στη μουσική ξεκίνησε κάπου το 1979 και συνεχίζεται αισίως το 2020, με καραντίνα ή όχι, με γραψίματα και μαθήματα πολιτικής θεωρίας στο skype for learning για να μην χάσουν οι φοιτητές την επαφή.

Ευτυχώς, όσο περνούν τα χρόνια η δόση της νοσταλγίας και η, αναπόφευκτη, καθήλωση σε ηχοχρώματα και αισθήσεις του παρελθόντος, παραμένει πιστεύω ισορροπημένη. Απόφυγα έτσι εκείνη την παρόλα πως το ροκ ή πως η καλή μουσική «πέθανε» τη δεκαετία του ’70 ή το 1990 ή σε κάποια άλλη εμβληματική ημερομηνία της νιότης μου. Η αλήθεια είναι πως τα τελευταία χρόνια μαθαίνω πολλά που δεν τα ήξερα ή δεν τα γνώριζα σε βάθος. Ελέω youtube και bandcamp και του facebook κάποιων νεότερων φίλων.

Δεν αγόρασα ποτέ ρέγκε, μέταλ, τέκνο. Πολλά από τα υπόλοιπα, λίγο-πολύ, τα εξερεύνησα, αρχίζοντας από το προγκρέσιβ της σκηνής του Canterbury, την fusion και την avant rock και πηγαίνοντας γρήγορα στα της γενιάς μου, στο Post-punk (new wave τα λέγαμε όλα τότε) και μετά το 1988 στον ‘αιθέριο’ ήχο της 4AD που νομίζω πως με επηρέασε περισσότερο ψυχικά από τις άλλες αναφορές.

Τη δεκαετία του ΄90 που έγραφα τη διατριβή για την κριτική της Τεχνικής στον Heidegger άκουγα Ηarold Budd αλλά και τους Pale saints και πολύ Stereolab. Είχα απορρίψει το grunge με τα καρό πουκάμισο ως ‘αμερικανίλα’- έτσι το ένιωθα μέσα μου, αν και αργότερα κατάλαβα πόσο κοστίζει ο δογματισμός και σε αυτά τα ανώδυνα πεδία των μουσικών προτιμήσεων.

Παρόλα αυτά, στην κοινωνική ζωή μας, ως τριαντάρηδες της δεκαετίας του ΄90, μάθαμε και τους καινούριους κώδικες, φτάνοντας μέχρι τον DJ Shadow, το trip hop και μια πιο αφηγηματική electronica. Ως εκεί όμως με το ηλεκτρονικό.

Τώρα πλέον ταξιδεύω στις διαφορετικές δεκαετίες χωρίς αποκλεισμούς αλλά και τις εμμονές μου. Πρόπερσι ας πούμε ανακάλυψα κάποιες ξεχασμένες γυναικείες παρουσίες της ψυχεδελικής φολκ του 1968-70, έπειτα παράγγειλα την remastered κυκλοφορία της κασετίνας των Felt και ξανάκουσα όλο σχεδόν το εξαιρετικό υλικό των Durutti Column. Τα μουσικά γούστα δεν υπακούν σε γραμμικές τροχιές. Γράφοντας ας πούμε ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται στην πρώτη Μεταπολίτευση και στην ένοπλη βία, ξαναπήγα στον Μούτση και στον Λεοντή της εποχής. Κάποιες φορές αποδίδεις εκ των υστέρων δικαιοσύνη σε όσα απέρριψες ή δεν τα κατάλαβες στο χρόνο τους.

Αυτή πιστεύω πως είναι η ελευθερία που σου επιτρέπει το πέρασμα του χρόνου: το ελεύθερο της περιδιάβασης και περιπλάνησης. Έτσι, για παράδειγμα, η στυφή γεύση από επαγγελματικά, οικογενειακά ή πολιτικά προβλήματα, απαλύνεται από τον «κομμουνισμό» της μουσικής (τον μοναδικό, άλλωστε, που είναι αληθινά δημοκρατικός και εξισωτικός).

Τα τελευταία χρόνια μπορώ να πω ότι επανεκτίμησα κομμάτια της αμερικανικής μουσικής κληρονομιάς, βρήκα την ευκαιρία να ακούσω μπάντες από την Ανατολική Ασία ή τη Χιλή που δεν φανταζόμουν την ποιότητά τους και έσκαψα σε κοιτάσματα που μου είχαν διαφύγει. Και η τύχη το έχει φέρει έτσι ώστε να μου είναι άγνωστο το αίσθημα της βαρεμάρας και του κενού, αφού πάντα κάτι προκύπτει όμορφο, ενδιαφέρον, ικανό να κλέψει λίγο χρόνο από την υπόλοιπη, ‘κανονική’ ζωή.

Μια λίστα είναι πάντα δύσκολο πράγμα όταν μιλάμε για πολλές δεκαετίες. Περιορίζομαι έτσι σε κάποια κομμάτια που τα «πολυχρησιμοποίησα» τους τελευταίους μήνες και σε αυτό το περίφημο stay at home. Είναι κομμάτια εσωστρεφή, αν και υπάρχουν και λίγες εξαιρέσεις. Ήταν τα τραγούδια της ‘καραντίνας’:

1. Donovan - Season of the witch (Sunshine Superman, 1966)



2. Caravan - Nine Feet Underground (In the Land of Grey and Pink, 1971)



3. Chris and Carla - Swinger 500 (Swinger 500, 1998)



4. David Bowie - Waterloo Sunset (The Kinks cover, Reality, 2003)



5. Felt - The Stagnant Pool (The Splendour Of Fear, 1984)



6. Radiohead - Weird Fishes/ Arpeggi (In Rainbows,2007)



7. Pia Fraus - Strawberry Wine (My Bloody Valentine cover, Silmi Island, 2013)



8. The Holydrug couple - French Movie Theme (Moonlast,2015)



9. Mess - Soon, she said (The First Casualty of Love is Innocence, 2017)



10. Castlebeat - Research (VHS, 2018)



11. Motorama - Empty bed (Alps, 2010)



12. The Asteroid No. 4 - My Love (These Flowers of Ours, 2008)



13. Μάνος Μυλωνάκης - Treplev’s waltz (The Seagull, 2020)



©2018 by tumbleweed