Αναζήτηση

Songhunter Pt I

Ενημερώθηκε: 9 Αυγ 2019


photo by Ilker Karaman

Μέρος Πρώτο: Η Απαρχή


Πρέπει να ήταν Απρίλιος και πρέπει να ήταν Πέμπτη όταν το linkedin μου έβγαλε ειδοποίηση για διαθέσιμη θέση εργασίας ως “song hunter in Attica”. Ξαφνιάστηκα αναφωνώντας ένα εσωτερικό και άηχο «τι στον πούτσο;» αλλά δεν το σκέφτηκα και πολύ παραπάνω καθώς έκανα την ηλεκτρονική αίτηση για τη δουλειά. Για την ακρίβεια δεν το σκέφτηκα καθόλου, αφού δεν μπήκα καν στον κόπο να προσαρμόσω έστω λιγάκι το βιογραφικό μου. Δηλαδή ποιος σοβαρός άνθρωπος κάνει αίτηση για να γίνει κυνηγός τραγουδιών (ό,τι και να σήμαινε αυτό) όταν το βιογραφικό του περιλαμβάνει απλά πτυχίο στα μαθηματικά με διδακτορική διατριβή στην αριθμολαγνεία; «Αριθμολαγνεία», από τον «αριθμό» και την «λαγνεία», η εμμονή να εξηγείς και να συνδέεις τα πάντα με νούμερα και αριθμούς. Εδώ δεν είδα χαΐρι και προκοπή ως μαθηματικός με τέτοια ρημαδοδιατριβή, ήθελα να πιάσω και δουλειά που σχετίζεται με μουσική (ή ό,τι διάολο ήταν αυτός ο “song hunter”) τρομάρα μου.

Με άλλα λόγια η αίτηση έγινε, αλλά τηρουμένων των αναλογιών απέβαλα από το μυαλό μου ότι μπορεί και να υφίσταται μια κάποια οποιαδήποτε σχετική εκκρεμότητα, οπότε όταν ένα πρώιμο «καλοκαιρινό» Μαγιάτικο απόγευμα δέχτηκα μια κλήση από ένα άγνωστο τηλέφωνο με πολλά οχτάρια δεν σκέφτηκα καν ότι μπορεί να είναι από τη δουλειά για «κυνηγό τραγουδιών». Η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν σαν να ακούω τον Αργύρη Μπακιρτζή όταν μου απηύθυνε το «Ναι, γεια σας. Ο κος Ευθύμης Θεράπειος; Για την αίτησή σας ως “songhunter” σας καλώ» και μου πήρε λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου, που τα ένιωσα ως αρκετά περισσότερα, καθώς τίναζα ελαφριά το κεφάλι με γρήγορα ανοιγοκλείσματα των ματοτσίνορων για να απαντήσω καταφατικά. Έκλεισα ραντεβού για συνέντευξη λοιπόν, σε έναν δρόμο στο Σύνταγμα που ούτε καν ήξερα που βρίσκεται και μόλις τρεις ημέρες μετά πέρναγα με τη βούρτσα που μαζεύει τρίχες και σκόνη το μαύρο μου κοστούμι, καθότι ο wannabe Μπακιρτζής διευκρίνιζε ρητά πως απαιτείται επίσημο ένδυμα κατά την διαδικασία της συνέντευξης.

Φόρεσα το κοστούμι, έβαλα και μια όμορφη μαύρη γραβάτα με λευκά πουά, μπήκα στο τραμ και κατευθύνθηκα προς Σύνταγμα. Η διαδρομή με το συγκεκριμένο μέσο μεταφοράς ομολογουμένως δεν είναι και η πλέον απολαυστική, αλλά ο στόχος τελικά επετεύχθη. Το περίεργο είναι πως σαν έβαλα στο google maps την οδό που μου είχε υποδειχθεί, δεν έβγαινε κανένα απολύτως αποτέλεσμα, κανένα όμως, όχι πουθενά στο κέντρο της Αθήνας, πουθενά στον κόσμο όλο. Εκεί που πίστεψα ότι πολύ απλά είχα πέσει θύμα μιας κακόγουστης και ανούσιας -μα γιατί να το κάνει κάποιος;- φάρσας, άνοιξε μια πολύ στενή πόρτα που ήταν σαν να βρίσκεται σε ένα κτίριο με πλάτος 1,5 μέτρο στριμωγμένο ανάμεσα σε κτίρια που στέκονταν θεριά και υποβλητικά. Είναι σαν να μην υπήρχε ποτέ αυτό το σημείο στην πόλη, βρίσκομαι πολύ συχνά εκεί και δεν το είχα προσέξει ποτέ. Αφού άνοιξε η πόρτα λοιπόν εμφανίστηκε μια πανέμορφη κυρία με σκούρο μπλε φόρεμα και μαλλιά πιασμένα σαν να εργαζόταν ως αεροσυνοδός η οποία μου έκανε ένα ελαφρύ νεύμα με το κεφάλι ενώ κρατούσε την πόρτα ανοιχτή σαν να με υποδεχόταν στο κτίριο. Η στιγμή ήταν σαν να με έχει υπνωτίσει και τα πόδια μου με πήγαν μόνα τους πέρα από την πόρτα του στενού κτιρίου όπου έξαφνα παρουσιαζόταν μπροστά μου ένας θεόρατος χώρος με τοίχους λες και ήταν φτιαγμένοι από εκατομμύρια καθρεφτάκια σαν αυτά που δημιουργούν μια ντισκομπάλα. Ήταν παλαβό το πως μπορούσε να κρύβεται ένα τόσο μεγάλο δωμάτιο μέσα στο φαινομενικά στενό σαν κούτα κτίριο. Κι όσο κοίταζα τον εαυτό μου παραμορφωμένο σε αέναες αντανακλάσεις στα καθρεφτάκια των τοίχων, άκουσα την φωνή του τηλεφώνου και μπροστά μου εμφανίστηκε ο Αργύρης Μπακιρτζής. Όχι κάποιος που έμοιαζε στον Μπακιρτζή, ούτε κάποιος σωσίας του, μιλάμε για τον ίδιο τον άνθρωπο πίσω από τους Χειμερινούς Κολυμβητές, τον Αργύρη τον Μπακιρτζή ντυμένο με κίτρινο φωσφοριζέ φράκο. Εκεί να δουν τα μάτια σου αέναες αντανακλάσεις στους καθρεφτίζοντες τοίχους.

«Καλωσόρισες», μου είπε ενώ έτεινε το χέρι του προς χειραψία. Αρκέστηκα σε ένα απλό «γεια σας» καθώς τα χέρια μας ενώνονταν, ομολογώ πως όλο αυτό ξέφευγε από τα όρια του υπερρεαλισμού και δεν ήξερα πως να το διαχειριστώ. Ο Μπακιρτζής μπήκε κατευθείαν στην ουσία των πραγμάτων. «Με λένε Αργύρη Μπακιρτζή και είμαι project manager Νοτιοανατολικής Ευρώπης για την ανεύρεση του τέλειου τραγουδιού. Αναφέρομαι σε μηνιαία βάση στον Elvis Presley που τρέχει το έργο παγκόσμια και ψάχνω “song hunters” οι οποίοι θα αναφέρουν τα αποτελέσματα της έρευνάς τους σε εμένα σε εβδομαδιαία βάση. Με εξίταρε στο βιογραφικό σου το διδακτορικό πάνω στην «αριθμολαγνεία» καθώς έχω την άποψη πως η μουσική έχει μια συναισθηματικά λογική βάση που λίγοι μπορούν να αντιληφθούν και για αυτό ήθελα να σε δω από κοντά. Δεν θα χρονοτριβήσω, θα κληθείς να μου παρουσιάζεις ένα τραγούδι κάθε βδομάδα με την ελπίδα ότι είναι ΤΟ ΤΕΛΕΙΟ και για αυτή σου την έρευνα θα αμείβεσαι με 400 ευρώ ανά κομμάτι. Αν πάλι καταφέρεις να κάνεις τον παγκόσμιο οργανισμό SONGHUNTING ευτυχισμένο ανακαλύπτοντας το υπέρτατα τέλειο τραγούδι, θα ανταμειφθείς ανάλογα. Απαιτούμε απλά την πλήρη εχεμύθεια σου ως προς το όλο εγχείρημα. Είσαι μέσα ή είσαι έξω αγαπητέ κ. Θεράπειε;».

400 ευρώ το τραγούδι ανά βδομάδα; 1600 ευρώ τον μήνα; 200 φορές το 8 δηλαδή σαν να λέμε; Το 8 που συνιστά τον πλέον γεωμετρικά άρτιο αριθμό; Κι αν πετύχω στην τελική αποστολή μου θα ανταμειφθώ ανάλογα; Τι σημαίνει ανάλογα; Δεν ρώτησα κάτι, χωρίς πολλά πολλά ψέλλισα «είμαστε σύμφωνοι κ. Μπακιρτζή» κι από εκείνη την στιγμή και μετά ήμουν επίσημα "song hunter". Μόνο που αφού τελείωσαν τα τυπικά της πρόσληψής μου και βγήκα και πάλι έξω σε εκείνο τον δρόμο του Συντάγματος που ήταν σαν να βρίσκεται σε ένα παράλληλο σύμπαν -και μάλλον ήταν στ' αλήθεια σε ένα παράλληλο σύμπαν- δεν είχα ιδέα πως διάολο να ψάξω και να ξετρυπώσω το πλέον τέλειο τραγούδι.



Το ίδιο κιόλας βράδυ είχα πάρει σβάρνα όποιο λογής «χιπ» μπαρ μπορεί να βάλει ο νους, με φορτισμένο το κινητό στο φουλ, το shazam ανοιχτό να καλύπτει όλη την οθόνη και την ελπίδα ότι θα ακούσω κάτι που θα ταράξει το, έτσι κι αλλιώς (δια)ταραγμένο, είναι μου. Το μόνο που κατάφερα βέβαια ήταν να κατεβάσω οχτώ ουίσκι, με τρία παγάκια έκαστο, καθήμενος σε οχτώ διαφορετικές μπάρες από σαράντα λεπτά στην καθεμία, και τελικά να γυρίσω στο σπίτι με ένα στομάχι τρύπιο και ένα κεφάλι τίγκα στον προβληματισμό για το πως θα καταφέρω να παρουσιάσω ένα κάποιο έργο στον Μπακιρτζή μέσα σε λιγότερο, πια, από εφτά ημέρες. Αυτό ωστόσο δεν με εμπόδισε να σηκωθώ με λίγες ώρες ύπνου ώστε να συναντήσω τον φίλο Θάνο ο οποίος βρισκόταν για λίγες μόνο ημέρες στην Αθήνα. Τον Θάνο δεν τον γνώριζα πολλά χρόνια, δεν ήμασταν αυτό που λέμε παιδικοί φίλοι ή συμφοιτητές ή κάτι τέτοιο, αλλά ανέδυε εκείνη την αίσθηση που έχεις για κάποιους ανθρώπους που μπορεί να τους ξέρεις κατά την διάρκεια μόλις του 1/10 της ζωής σου, αλλά για κάποιο λόγο βγάζει ουσιαστικό νόημα ως πολύ παραπάνω. Κάποια πράγματα στην ζωή μετράνε περισσότερο με ποιοτικούς δείκτες παρά με ποσοτικούς, η σχέση με τους ανθρώπους είναι ένα από αυτά τα πράγματα.

Ο Θάνος πολύ πρόσφατα είχε μεταναστεύσει στο Μιλάνο, ακολουθώντας την σύντροφό του που κυνηγούσε ακαδημαϊκή καριέρα σε κάτι που δεν θυμάμαι καν, αλλά πλέον και μετά από όσες επικοινωνίες έχουν υπάρξει χωρίς να το έχω ξεκαθαρίσει, ντρέπομαι να ρωτήσω. Κάτσαμε λοιπόν σε ένα μικρό πάρκο, κάποιος θα το έλεγε απλά πλατεία, στην Νέα Σμύρνη κοντά στο πατρικό του που θα έμενε για αυτές τις λίγες ημέρες. Πήραμε καφέ σε πλαστικό και αρχίσαμε να λέμε σκόρπια και, κατά κάποιο τρόπο, ανούσια πράγματα σαν να κάναμε προθέρμανση προτού μπούμε σε βαθύτερες εννοιολογικά κουβέντες. Πάντα στο τέλος με τον Θάνο καταφέρναμε να υπεισέλθουμε σε θεματολογίες που, κατά διαστήματα, δεν ήταν και πολύ εύκολο να διαχειριστείς εσωτερικά. Κι εκεί που μου έλεγε για την ζωή στο Μιλάνο και πόσο δυσκολεύεται μέχρι να βγάλει μια κάποια άκρη σε καθαρά ατομικό επίπεδο, να βρει δουλειά καθώς παραιτήθηκε από την εν Ελλάδι, φαινομενικά καλή, δική του, μου βγήκε και το έσκασα:

- Πώς το πήρες απόφαση και πήγες ρε φίλε στην Ιταλία; Οκ, καταλαβαίνω ότι ήθελες να είσαι με τη Θεώνη, αντιλαμβάνομαι ότι δεν είναι δα και τόσο μακριά το Μιλάνο, αλλά εδώ τουλάχιστον είχες μια δουλειά ξέρω 'γω. Θα μπορούσες να πας αργότερα, αφού ψάξεις και βρεις μια δουλειά εκεί, κάτι που να σου αρέσει, να βρεις τη σειρά σου έτοιμη ήδη.

- Ρε Ευθύμη, τη σειρά την είχα αλλά από μόνη της τι είναι μια σειρά; Σαν μια γραμμή που πάει αόριστα στο άπειρο. Αν δεν συναντήσει άλλη γραμμή δεν έχει νόημα.

- Κάπου σε χάνω τώρα να σου πω την αλήθεια.

- Εμένα η γραμμή μου συναντήθηκε με της Θεώνης, πλέον την τέμνει και φτιάχνει ένα τεράστιο «+». Με καλύπτει αυτό, με κάνει να νιώθω δυνατός, δεν θέλω να φύγω από αυτή την κατάσταση και να μετατραπεί σε «-».

Ο Θάνος είχε αρχίσει να μιλάει με μαθηματικούς όρους και ήδη με είχε τσιτώσει. Η έννοια της πρόσθεσης, της ένωσης, που κάνει έναν αριθμό μεγαλύτερο και άρα ισχυρότερο σε αντιδιαστολή με την αφαίρεση, που αποδυναμώνει με την απόλυτη έννοια μια κάποια αριθμητική αξία είχε πιάσει τη μαθηματική μου ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και την είχε κάνει να χορεύει σε φρενήρεις ρυθμούς.

- Είναι ρε Ευθύμη σαν το Another Day του Roy Harper, εκείνο το σημείο που λέει

“Oh really my dear I can't see what we fear Sat here with ourselves in between us”

Δεν θα τα κάνω σκατά βάζοντας τον εαυτό μου ανάμεσα.

Μετά από αυτό μπορεί να κάτσαμε και να μιλήσαμε ίσως και 90 λεπτά ακόμα, αλλά δεν είχε και πολλή σημασία γιατί δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από το μυαλό μου όλη αυτή η στιχομυθία και η μια κάποια μαθηματική υπόσταση που επέφερε με εκείνα τα «+» και τα «-». Και ως φυσικό επακόλουθο σαν γύρισα σπίτι το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να βάλω να ακούσω το Another Day από Roy Harper, και αμέσως μετά άκουσα και τη διασκευή που είχαν κάνει οι This Mortal Coil για να αντιληφθώ μέσα κι από το ηχόχρωμα αυτό μου είπε ο Θάνος.

“And at the door she can't say more Than just another day And without a sound I turn around And I walk away”

Μόνο που ο Θάνος δεν έφυγε...

Έστειλα το τραγούδι με e-mail στον Αργύρη τον Μπακιρτζή, τόσο το πρωτότυπο όσο και τη διασκευή. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα (σε οχτώ για την ακρίβεια) έλαβα μήνυμα στο κινητό μου πως ο τραπεζικός λογαριασμός είχε πιστωθεί με 400 ευρώ.


Συνεχίζεται...


Vagelis Kyriakakis (a.k.a. Kŷ)



©2018 by tumbleweed