©2018 by tumbleweed

Αναζήτηση

Songhunter Pt IV

photo by Manos FIkaris

Ο Ευθύμης Θεράπειος είναι ένας μαθηματικός με διδακτορικό στην αριθμολαγνεία. Απαντώντας σε μια αγγελία για εργασία ως κυνηγός τραγουδιών βρίσκεται να δουλεύει στην Αθήνα με απώτερο σκοπό την ανακάλυψη του τέλειου τραγουδιού. Ο άμεσος προϊστάμενός του είναι ο Αργύρης Μπακιρτζής και «μεγάλο παγκόσμιο αφεντικό» ο Elvis Presley. Αυτές είναι οι μικρές περιπέτειές του.


Μέρος Τέταρτο: Η μέρα πριν έρθει η Α.


Είναι κάποιοι άνθρωποι που μπαίνουν στην ζωή σου σαν σίφουνες και εξαφανίζονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Την Ανδριάνα είχα πολύ καιρό να την δω, από εκείνη την συνάντηση που ακολούθησε μετά το ληφθέν μήνυμα «πρέπει να μιλήσουμε». Σπάνια είναι για καλό ένα ξερό μήνυμα που αναγράφει «πρέπει να μιλήσουμε». Το «πάμε καμιά βόλτα να τα πούμε;» είναι άλλη εντελώς υπόθεση. Το «θέλω να μιλήσουμε» είναι εξίσου επικίνδυνο αλλά ενέχει και μια πιθανότητα να την σκαπουλάρεις. Αυτό το ΠΡΕΠΕΙ, «πρέπει να μιλήσουμε» είναι τελειωμένη υπόθεση, είναι βίαιο, καταναγκαστικό, μεταφέρει ενοχές στην απέναντι πλευρά, δημιουργεί τετελεσμένα. Σαν το ακούσεις από την άλλη άκρη της γραμμής, ή το διαβάσεις εν είδει μηνύματος, απλά μαζεύεις τα κουράγια σου ώστε να αντιμετωπίσεις το τέλος με όση αξιοπρέπεια είναι δυνατόν να κουβαλήσεις καθώς θα σέρνεις τα βήματα του (απο)χωρισμού.

Κι ο Μπακιρτζής είχε μπει στην ζωή μου σαν σίφουνας, εδώ που τα λέμε. Ίσως όχι ο Μπακιρτζής αυτός καθαυτός, αλλά η δουλειά που μου προσέφερε τέλος πάντων. Είχα μόλις τελειώσει μια ακόμα συνάντηση μαζί του στα ελληνικά γραφεία του Οργανισμού εκεί στο Σύνταγμα. Δεν ξέρω τι τον είχε πιάσει, ξέρναγε κάτι λογύδρια για το γεγονός ότι πρέπει να είμαστε τυπικοί ως γραφείο απέναντι στον Elvis Presley, να φροντίζω να μην ξεπερνώ την διορία της μιας βδομάδας για να στείλω τραγούδι (στο μεταξύ ποτέ δεν έχω βγει εκτός διορίας μέχρι τώρα), ότι ακούγεται πως στα κεντρικά στην Αμερική δεν είναι πολύ ευχαριστημένοι με τα γραφεία Άπω Ανατολής και να προσέχουμε να μην ακουστεί κάτι ανάλογο και για εμάς και κάτι τέτοια. Στο μεταξύ μέσα σε όλα αυτά απλά κουνούσα ελαφρά το κεφάλι μου με συγκατάβαση, αλλά το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πότε θα βγω έξω να νιώσω τον αέρα να ξεπλένει τα ώτα μου από την αε(παπα)ρολογία.

Σαν ήρθε η ώρα να ωθήσω τα βήματά μου στον έξω, άλλα όχι και τόσο ελεύθερο ή θαυμαστό, κόσμο, κι ενώ περπατούσα γοργά την Νίκης σε μια προσπάθεια να φύγω μακριά από όσα με ζόρισαν, άκουσα την γνώριμη φωνή από τα παλιά, που συνάμα είναι σαν να την είχα ακούσει ξανά το ίδιο μόλις πρωινό, να φωνάζει με ένα αίσθημα απορίας (του τύπου «τι κάνεις εσύ εδώ;») το όνομά μου. Ένιωσα αυτό το κενό μέσα μου καθώς κοντοστάθηκα, σαν την στιγμή που το αεροπλάνο κάνοντας μια βαθιά αλλαγή πορείας σε κάνει να νομίζεις ότι χάνει ύψος και έρχεται η πτώση. Δεν είναι τόσο απλό να φύγω μακριά από όσα με ζορίζουν τελικά. Ήξερα ήδη πριν καν γυρίσω. Και τότε αντίκρυσα την Ανδριάνα, τέσσερα ολόκληρα χρόνια από την τελευταία φορά που την είχα στο άμεσο οπτικό μου πεδίο.

- Τι κάνεις εδώ;

Με φίλησε σταυρωτά, σαν να μην βίωνε την παραμικρή αμηχανία ενώ το στόμα μου είχε στεγνώσει και ίσα που κατάφερα να αρθρώσω ένα απλό «εδώ μωρέ, δουλειές».

- Δουλεύεις εδώ κοντά;

- Εεε ναι, ήρθα για μια επαγγελματική συνάντηση.

- Έλα ρε συ! Ωραία! Που βρίσκεσαι; Που δουλεύεις;


Είχα που είχα αποσυντονιστεί με την μυρωδιά της (το άρωμα εκείνο που κάθε φορά που το συναντούσε η όσφρηση μου σε τυχαία μέρη και σημεία, έφερνε στην επιφάνεια το ίδιο συναίσθημα κενού που ανέφερα προηγουμένως, σαν να βρίσκομαι σε ελεύθερη πτώση ενώ είμαι σε ένα «προστατευμένο» περιβάλλον, κι όλο αυτό ντυμένο με ένα πρωτόλειο αίσθημα νοσταλγίας), έπρεπε να δώσω και απάντηση στο κλασικό  νεόκοπο ερώτημα αναφορικά με την δουλειά μου, στο οποίο δεν ήμουν σε θέση και να απαντήσω με πλήρη σαφήνεια.

- Σε μια αμερικάνικη αντιπροσωπεία δουλεύω.

- Και τι κάνεις; Με τα μαθηματικά σχετίζεται;

- Ε ναι μωρέ. Στατιστικές αναλύσεις κάνω. Τέλος πάντων, άστα αυτά. Εσύ τι κάνεις;

- Καλά, πολύ καλά. Ίσως να το έχεις μάθει, παντρεύτηκα και έχω και έναν γιο οχτώ μηνών.

Ήθελα να της πω ότι δεν το ήξερα αλλά δεν την ρώτησα κιόλας. Αρκέστηκα απλά σε ένα:

- Μπράβο.

- ‘Έχεις καθόλου χρόνο τώρα;

- Γιατί;

- Να πάμε για έναν καφέ μωρέ, τόσα χρόνια έχουμε να τα πούμε.

- Γιατί; (ήθελα να πω πάλι αλλά κώλωσα κι αντ’αυτού είπα: )

- Ξέρω ‘γω. Άντε πάμε.

Και κάτσαμε σε ένα καφέ εκεί γύρω στην Πλάκα, αν και ήμουν σίγουρος ότι δεν θα έχει καθόλου πλάκα.

- Για πες Ευθύμη. Εγώ σου είπα κάπως τα δικά μου. Είσαι με κάποια κοπέλα;

Άκου ερώτηση τώρα. Και τι σε νοιάζει βρε κοπέλα μου αν είμαι με κάποια ή με κάποιον ή με κάτι; Δήθεν τώρα και μετά από όσα ζήσαμε το παίζεις υπεράνω και κόπτεσαι για την συναισθηματική, ερωτική και σεξουαλική μου ευμάρεια;

- Ε, κάτι παίζει γενικά.

Τρίχες κατσαρές, τίποτα δεν έπαιζε. Απλά δεν ήθελα να νιώσω ακόμα πιο μειονεκτικά μέσα σε όλο αυτό το ανίερο συναπάντημα. Και γιατί να νιώσω μειονεκτικά διάολέ δηλαδή; Βουτηγμένος στις συμβάσεις, με κατάπιε η στιγμή και έγινα ένα «δήθεν» και μισός. Ας είναι.

- Έλα ρε, μπράβο! Πολύ χαίρομαι!

- Ναι ναι μωρέ. Όλα καλά.


Για ώρα μίλαγε κυρίως η Ανδριάνα, ένιωθα μεγάλη αμηχανία για να πάρω πρωτοβουλία και να διεκδικήσω το μερίδιό μου στην συζήτηση. Δεν με ένοιαζε κιόλας, ένιωθα άβολα και απλά περίμενα να περάσει μια κάποια εύλογη ώρα, να ξεστομίσω το κλασικό «πω, πέρασε η ώρα και έχω κάτι δουλειές, σε πειράζει αν φύγουμε;» και να σηκωθώ να εξαφανιστώ, από την Πλάκα, από την Αθήνα, από την Ελλάδα, από τον πλανήτη, από ολάκερο το σύμπαν αν γινόταν. Άλλωστε ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τις αποκλειστικά δυαδικές συναντήσεις και κουβέντες, πόσο μάλλον  όταν αυτό συνέβαινε με μια πρώην, για την οποία γνώριζα πολύ καλά μέσα μου πως δεν ήταν απλά μια οποιαδήποτε «πρώην».

Η Ανδριάνα φλυαρούσε για την ζωή της, απευθύνοντας μου, σε τακτά διαστήματα, ερωτήσεις πάσης και αδιάφορης, κυρίως, φύσεως. Όταν ξαφνικά το έσκασε.

- Γιατί δεν μου απάντησες ποτέ σε εκείνη την ερώτηση ρε Ευθύμη;

- Εεε, τι;

- Αυτό που σε ρωτάω. Γιατί δεν απάντησες ποτέ τότε. Μια λέξη αρκούσε.

- Ε ξέρω ‘γω;

- Αν δεν ξέρεις εσύ ποιος ξέρει τότε;

- Τι κάνουμε τώρα ακριβώς βρε Ανδριάνα; Τι σημασία έχει;

- Για εσένα μπορεί να μην έχει ρε Ευθύμη, προφανώς δεν είχε και τότε, για αυτό και το άφησες να περάσει έτσι. Αλλά έχει σημασία για εμένα.


Από που ήρθε όλη αυτή η έκρηξη συναισθήματος ρε γαμώτη μου; Το όλο θέμα είναι πως ένιωσα να με παρασύρει η ένταση των λεγόμενών της. Και αισθάνθηκα τόσο ζωντανός όσο δεν είχα νιώσει εδώ και πολύ καιρό.


- Και για εμένα έχει σημασία βρε Ανδριάνα.

- Ε πες μου τότε.

- Τι να σου πω;

- Ε τι τι να μου πεις μωρέ Ευθύμη; Να μου απαντήσεις σε αυτό που σε ρώτησα.

- Μην με ταλαιπωρείς να χαρείς. Λες να μην με ταλαιπωρεί ήδη τόσα χρόνια όλο αυτό;

- Δεν ξέρω ρε Ευθύμη; Σε ταλαιπωρεί;

- Με ταλαιπωρεί και πολύ μάλιστα; Αλλά αλήθεια έχει κανένα νόημα μετά από όσα τελικά έχουν μεσολαβήσει;

- Ε α στο διάολο ρε Ευθύμη. Ακόμα και τώρα που δεν έχει νόημα, όπως λες, δεν έχεις το θάρρος να δώσεις μια απάντηση.

Άρπαξε την τσάντα της και σηκώθηκε μαινόμενη να φύγει. Έκανε λίγα ταχέα βήματα χωρίς να ρίξει βλέμμα πίσω της και τότε φώναξα:

- Ανδριάνα. «Μέχρι όπου μας αντέξουμε».


Αυτή είναι η απάντηση. Αυτή πάντα είναι η απάντηση. Αυτή για πάντα θα είναι η απάντηση υποθέτω. Καθόλου ευωδιαστή και λουλουδάτη, αλλά αληθινή.

Η Ανδριάνα με άκουσε κοντοστεκούμενη για λίγα δευτερόλεπτα. Δεν γύρισε προς τα εμένα ποτέ. Κράτησε σφιχτά την τσάντα της, που είχε προηγουμένως κάπως χαλαρώσει στο αριστερό της χέρι τα λίγα δευτερόλεπτα που έμεινε ακίνητη, και συνέχισε τον δρόμο της.

∞∞∞∞∞∞∞∞∞

Στα μαθηματικά πέρα από το αποτέλεσμα, μεγαλύτερη ίσως σημασία έχει η εξίσωση που οδηγεί σε αυτό. Για εμένα, ως αριθμολάγνο, σίγουρα έχει μεγαλύτερη αξία η μαθηματική ακολουθία ως το «πριν» που οδηγεί στον μοναδικό αριθμό. Πέρα από το προφανές, γιατί κατέληξα όπου κατέληξα με την Ανδριάνα (που τελικά καταλήξαμε σε διαφορετικά μέρη και «αριθμούς», αυτή στο συν δύο κι εγώ στο μείον ένα) προσπάθησα να θυμηθώ πως μπορεί να ήταν ακριβώς η τελευταία ημέρα που έζησα προτού γνωρίσω την Ανδριάνα, πως ήταν η ζωή μου πριν μπει εκείνη και της δώσει μια άλλη τροπή.

Και θυμήθηκα ένα επτάιντσο δισκάκι που είδα (χωρίς να βάλω να το ακούσω) σε ένα δισκάδικο στο Μοναστηράκι, σε μια  από τις αποτυχημένες και απέλπιδες προσπάθειές μου να βρω κάτι να στείλω στον Μπακιρτζή, κάτι που θα ιντριγκάρει σε πρώτη φάση τον μαθηματικό μου ψυχαναγκασμό, αλλά μάταια. Ήταν το “the Day Before You Came” των Abba αν θυμόμουν καλά. Μπήκα σε αυτές τις υπηρεσίες streaming και όντως υπήρχε τέτοιο τραγούδι, θυμόμουν καλά. Το άκουσα, άκουσα και μια διασκευή που βρήκα από κάποιους The Real Tuesday Weld. Έστειλα αμφότερες τις εκτελέσεις στον Μπακιρτζή. Σε πολύ λίγα δευτερόλεπτα έλαβα μήνυμα ότι ο λογαριασμός μου πιστώθηκε με 400 ευρώ. Ήταν η πρώτη φορά που πέρα από το αριθμολαγνικό μου δαιμόνιο άφηνα την ίδια την ζωή να κάνει την δουλειά.

And turning out the light I must have yawned and cuddled up for yet another night And rattling on the roof I must have heard the sound of rain The day before you came


Υ.Γ. Γαμώ την τρέλα μου